Σχολιάστε

τι να το κάνεις το μυαλό, άμα καρδιά δεν έχεις…

Image

 

Από τότε που άρχισα να ταΐζω καθημερινώς τα γατιά της γειτονιάς, περίπου πριν δυο χρόνια δηλαδή, στις εμπειρίες μου έχουν προστεθεί πολλά ευχάριστα στιγμιότυπα. Τα ζώα έχουν μια απίθανη αντίληψη, που δυστυχώς πολλοί επιμένουν να υποτιμούν. Και έχουν και πλούσιο συναισθηματικό κόσμο, ο οποίος κι αυτός περιφρονείται μεθοδικά και σκόπιμα.

Οι γάτες είναι πολύ αστεία ζώα κι άλλο τόσο ιδιόρρυθμα. Και αισθάνομαι πολύ τυχερή που επικοινωνώ πια με κάμποσες αδέσποτες γάτες. Έχει πλάκα το πώς με αντιμετωπίζουν, το πώς κάποιες με περιμένουν κι άλλες, πιο θαρραλέες, έρχονται να μου θυμίσουν, σε περίπτωση που καθυστερήσω, την υποχρέωση που έχω αναλάβει απέναντί τους.

Επίσης είναι συμπαθητικό που κυκλοφορούν και μέσα στο σπίτι μου πολλές απ’ αυτές. Μπαινοβγαίνουν από πόρτες και παράθυρα, άλλοτε για να κλέψουν το φαί απ’ το πιατάκι του δικού μου γάτου κι άλλοτε απλώς για να ησυχάσουν λίγο, σε πιο προστατευμένο μέρος. Και πρέπει να πω πως σπανίως γίνεται εκνευριστικό αυτό το διαρκές μπες-βγες από τετράποδα.

Το να ταΐζεις βέβαια έναν μικρό πληθυσμό, απαιτεί οργάνωση και κυρίως, απαιτεί συχνούς ανεφοδιασμούς σε τροφή. Οπότε, έχω γίνει τακτική πελάτισσα των pet-shop της ευρύτερης περιοχής. Ψωνίζω από πολλά μαγαζιά, ή για να το πω πιο σωστά, παλαιότερα ψώνιζα από πολλά μαγαζιά. Αυτό μέχρι που πριν κάνα χρόνο περίπου, άνοιξε ένα νέο κατάστημα, ένα μικρό μαγαζάκι, με λίγα σχετικά πράγματα.

Την πρώτη φορά που πήγα εκεί, πίστεψα πως πέτυχα τον ιδιοκτήτη σε στιγμή απειρίας. Τη δεύτερη όμως, βεβαιώθηκα πως ο νεαρός είναι χαζός. Χαζός σε σημείο αδιανόητο. Αδέξιος, αμήχανος, επικοινωνιακά ανεκδιήγητος και με συχνότατα λάθη στους λογαριασμούς.

Κι ενώ κανονικά θα έπρεπε να μην ξαναπατήσω το πόδι μου εκεί πέρα μέσα, σκέφτηκα, την τρίτη πια φορά που επισκέφτηκα το μαγαζί του, πως αυτός δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να κρατήσει επιχείρηση, ούτε μία στο εκατομμύριο. Έτσι, αποφάσισα να συνεχίσω να αγοράζω τροφές απ’ αυτόν, θέλοντας δηλαδή να τον στηρίξω γιατί ήταν προφανέστατα χαμένος από χέρι!

Συνέχισα άρα να πηγαίνω κάθε τόσο. Και μάλιστα ανέχομαι κάθε φορά κάτι που με εκνευρίζει σ’ αυτόν ίσως περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο. Κάθε φορά που ολοκληρώνεται μετά κόπων και βασάνων η συναλλαγή  μας και ετοιμάζομαι να φύγω, μου λέει πάντοτε το ίδιο ακριβώς: «καλή συνέχεια!».

«Μα καλά, τι το εκνευριστικό έχει αυτό το ξεπροβόδισμα;» θα μπορούσε να αναρωτηθεί κανείς. Δεν ξέρω να απαντήσω. Ίσως τα λίγα λεπτά που μένω μαζί του κάθε φορά, στα οποία η υπομονή μου προλαβαίνει πάντοτε να εξαντληθεί, να είναι που με κάνουν ευερέθιστη. Ομολογώ, πως η ίδια κουβέντα, ειπωμένη από κάποιον πιο του γούστου μου, ίσως να ήταν και ευχάριστη. Απλώς δεν μου είναι συμπαθής ο συγκεκριμένος άνθρωπος. Δεν είναι όσο οξυδερκής θα τον ήθελα. Υποθέτω αυτό φταίει.

Δεν είναι που έχει κάτι το συγκεκριμένα αντιπαθές. Ίσα-ίσα, είναι νέο παιδί, δεν πρέπει να είναι καν τριάντα ακόμα, κι αν έχανε καμιά δεκαπενταριά κιλά και γυμναζόταν συστηματικά για μια διετία, ίσως ύστερα και να λεγότανε ωραίος. Φυσιογνωμικά πάντως, είναι αποδεκτός, ένα ξανθωπό αγόρι με μυωπικά γυαλιά μπροστά απ’ τα γαλανά του μάτια.

Και παραδέχομαι πως είναι προθυμότατος, εξυπηρετικός και όσο ευγενικός πρέπει. Αλλά, για κάποιο λόγο, εμένα μ’ εκνευρίζει. Μου τη δίνεις στα νεύρα ακόμα και το κοκκίνισμα στα μάγουλά του, κάθε φορά που κάνει μια νέα κουτουράδα. Δεν ξέρω καν πως τον λένε, δεν τον έχω ρωτήσει ποτέ. Οι κουβέντες μου μαζί του είναι μετρημένες και μιλάμε χρησιμοποιώντας πληθυντικό ευγενείας, πράγμα προφανώς ασύμβατο με τις ηλικίες μας.

Έχω όμως καταστήσει σαφές πως ok, θα ψωνίζω από εκεί αλλά οικειότητες δε γουστάρω μαζί του! Κι έχει συμμορφωθεί. Οπότε, κάθε κάποιες μέρες, μονολογώ λέγοντας «άντε σήκω, να πας στον χαζό, γιατί τα γατιά δε θα’ χουν φαί αύριο». Ο χαζός λοιπόν, μου επεφύλασσε μία πολύ συγκινητική στιγμή.

Πήγα πάλι τις προάλλες και παρότι στο μυαλό μου τον είχα εξ’ αρχής καταχωρήσει ως έμπορα, μιας και δεν υπήρχε ίχνος ζωντανού στο μαγαζί του, σκουντούφλησα πάνω σ’ έναν μεγαλόσωμο σκύλο που κοιμόταν τυλιγμένος σε μια τεράστια άσπρη πετσέτα. «Αχ, τι είν’ αυτό;», αναφώνησα. «Α, αυτός είναι ένας γερούλης, κάποιος τον πέταξε και τον μάζεψα», μου είπε ο μαγαζάτορας καθώς σηκωνόταν για να ξανατυλίξει τον ηλικωμένο σκύλο στην πετσέτα του, επειδή κρύωνε λόγω ασιτίας.

Έτσι, παρακολούθησα μια σκηνή απίστευτης τρυφερότητας. Κι ήταν σαν να φωτίστηκα παρατηρώντας τους. Συνειδητοποίησα πως παρότι αγανακτούσα με τον ανίκανο νεαρό και παρότι ουσιαστικά τον ανεχόμουνα τόσο καιρό, υπήρχε κάτι σ’ αυτόν τον άνθρωπο, που το ένστικτό μου, καταπλακωμένο απ’ όλα τα κουσούρια του μυαλού μου, κατάφερε να εντοπίσει απ’ την πρώτη στιγμή.

Έκτοτε, τους έχω ξαναδεί δύο φορές. Μία στο μαγαζί, όπου πια το γέρικο κυνηγόσκυλο είχε ανακάμψει πλήρως και μία δεύτερη τυχαία στο δρόμο, όπου περπατούσαν εξίσου ζωηροί και καμαρωτοί κι οι δύο. Στάθηκαν, με χαιρέτησαν κι ύστερα τους χάζεψα για λίγο χαμογελώντας, καθώς ξεμάκραιναν.

Υπήρχε όμως και δεύτερη αποκάλυψη. Όταν διαπίστωσα πως την τελευταία φορά που πήγα στο μαγαζί τους, δεν ήμουν πια η μόνη πελάτισσα. Πίσω μου υπήρχαν άλλοι πέντε που περίμεναν να εξυπηρετηθούν. Τα κατάφερε δηλαδή ο μικρός! Χωρίς ικανότητες του πνεύματος (και υπογράφω γι αυτό). Έχει όμως άλλο χάρισμα. Φαίνεται στον σκύλο του το χάρισμά του, που έχει πια παχύνει κι έχει ομορφύνει πολύ.

Άρα, εύχομαι απλώς στον προστάτη του «καλή συνέχεια!», όπως λέει κι ο ίδιος. Που έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα, μάλλον θα τον ακούω για καιρό ακόμα να το λέει κάθε λίγο και λιγάκι…

🙂

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: